Όλα ξεκίνησαν την Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 1982. Ήταν 11:30 το πρωί όταν άνοιξαν τα μάτια μου! Ένα μικρό κορίτσι 19 χρονών ήταν η μαμά μου, και ο μπαμπάς μου λογικά 20 χρονών.

Από όταν άρχισα να θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι σκηνές βίας, φασαρίες και φωνές. Η μαμά υπέμενε την συμπεριφορά του για να «είμαστε ασφαλείς»... έλεγε. Μια μέρα όμως το ποτήρι ξεχείλισε. Ο μπαμπάς έγινε τόσο βίαιος από την ζήλια του, που τις έκαιγε τα μπράτσα με το τσιγάρο που είχε ανάψει.

Ήμουν μπροστά... ήμουν κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι...Τα είδα όλα… Δεν μπορούσε να το αρνηθεί κανείς. Ήμουν πολύ μικρή, ήξερα όμως αυτό που είχα δει και το θυμόμουν για πολλά χρόνια. Το ίδιο βράδυ η μητέρα μου με πήρε αγκαλιά, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς κουβέρτα, ρούχα, πάνες, γάλατα... ,τίποτα κυριολεκτικά για να μην την ακούσει ο μπαμπάς, και φύγαμε μακριά από το σπίτι μας. 

Μείναμε αρχικά σε μία φίλη και στη συνέχεια πήγαμε να μείνουμε στο χωριό με τους γονείς της μητέρας μου. Τα πράγματα εκεί δεν ήταν καλύτερα. Η γιαγιά και ο παππούς την έβριζαν συνεχώς που δεν παντρεύτηκε… που μεγαλώνουν εκείνοι το εξώγαμό της και άλλα τέτοια. Η μάνα μου πάλι έκλαιγε! Και άρχισε να φεύγει από το σπίτι, να χάνεται όλο και περισσότερες ώρες.  

Όταν πήγαινα στην Ε’ δημοτικού με πήρε ο πατέρας μου στην Αθήνα. Στα χέρια του πατέρα μου έζησα για άλλη μια φορά την παραμέληση και την κακοποίηση και αφού κατέληξα στο νοσοκομείο από το πολύ ξύλο, η μητέρα μου με πήγε πάλι στο χωριό να ζήσω με τους παππούδες μέχρι να βρει εκείνη δουλειά.

Α' Γυμνασίου, επιτέλους εγώ και η μαμά μου ζήσαμε μόνες, χωρίς ξυλοδαρμούς και σωματική βία. Ήταν τα πιο Ευτυχισμένα χρονιά της ζωής μας!

Ήμουν Β’ Λυκείου όταν η μαμά μου γνώρισε και αγάπησε τον Μάκη. Ήμουν χαρούμενη και ένιωθα ότι μία δεύτερη ευκαιρία μου δόθηκε για μία όμορφη οικογένεια. Μπορεί να ήταν αλήθεια ότι υπάρχουν φυσιολογικές οικογένειες με έναν μπαμπά που αγαπά την μαμά!!!!!... Όμως δεν έγινε ποτέ έτσι.  Έπρεπε να το καταλάβω ότι ήταν πολύ καλός για να είναι αληθινός. Όταν γύρισα από τις σπουδές μου στην Κοζάνη έμεινα μαζί τους. Μετά από λίγο καιρό ήρθε η μετάθεση του Μάκη και ενώ είχαν αποφασίσει με τη μητέρα μου να πάει μαζί του, εκείνος έφυγε μόνος του. Απλά μια μέρα δεν γύρισε σπίτι. Η φυγή του μου στοίχησε πολύ! Μαζέψαμε για άλλη μια φορά τα κομμάτια μας με τη μητέρα μου και συνεχίσαμε πάλι μόνες. 

Ένα καλοκαίρι γνώρισα τον Περικλή.  Βρισκόμασταν με κοινούς φίλους στην παραλία και εκείνος έπαιζε κιθάρα. Μέχρι τότε είχα χάσει την εμπιστοσύνη μου στο αντρικό φύλο. Είχα ήδη βγει από μια άσχημη σχέση, είχα βιώσει την εγκατάλειψη και την βία. Ήμουν επιφυλακτική στην αρχή αλλά μου άρεσε πολύ και αποφάσισα να δώσω μια ευκαιρία στον εαυτό μου να είναι ευτυχισμένος.

Με τον Περικλή μιλούσαμε όλη μέρα και όλη νύχτα σχεδόν στο τηλέφωνο, καθώς έμενα εκτός Αθηνών. Επέστρεψα λοιπόν στην Αθήνα και έμεινα μαζί του. Η σχέση μας ήταν πολύ όμορφη  και μέσα σε ένα χρόνο ήρθε η πρόταση γάμου! Ήμουν πολύ ευτυχισμένη. Δεν περίμενα να νιώσω τόσο όμορφα ποτέ! Αυτό το πρωινό Σάββατου με έκανε να ξεχάσω για λίγο τις άσχημες εικόνες που είχα για τους άντρες… την βία… την ταπείνωση… την εγκατάλειψη. Ο άντρας που μου έστειλε ο Θεός ήταν διαφορετικός. Το συναίσθημα που είχαμε ο ένας για τον άλλο ήταν απερίγραπτο.

Όταν ήρθε η ώρα να αναγγείλουμε τα ευχάριστα νέα στους γονείς του άντρα μου εκείνοι ήταν εντελώς αρνητικοί. Όχι μόνο δεν ήθελαν να με έχουν για νύφη τους, αλλά τη επόμενη ημέρα μας είπαν να φύγουμε από το διαμέρισμα που παραχωρούσαν στον Περικλή. Αντί να χαρούν για την σχέση και την αγάπη μας, εκείνοι μας έδιωξαν από το σπίτι. Ο Περικλής πληγώθηκε τόσο πολύ από τη στάση τους που δεν τους ξαναμίλησε ποτέ. Από τότε δεν έχει ξαναγελάσει με την ψυχή του και  δεν ξανά έπαιξε κιθάρα…Η μέρα που τους άφησε το κλειδί του σπιτιού ήταν η μέρα που έχασε την ελπίδα και την πίστη στους ανθρώπους που τον έφεραν στη ζωή.

Από εκείνη την στιγμή άρχισε και ο δικός μας μικρός Γολγοθάς. Έπρεπε να βρούμε σπίτι, να δανειστούμε λεφτά και τελικά βρεθήκαμε να χρωστάμε παντού. Έπρεπε όμως να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας.

Μια εβδομάδα μετά τον πολιτικό μας γάμο μάθαμε πως είμαι έγκυος. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι αλλά πάλι δεν κράτησε για πολύ η ευτυχία αυτή, αφού το παιδάκι μας δεν ήρθε ποτέ στον κόσμο. Η πίεση για τα οικονομικά, τα χρέη που μας κυνηγούσαν και η στεναχώρια για τους γονείς μας είχε αποτέλεσμα να αποβάλλω. Ήμασταν και οι δύο απαρηγόρητοι και δύσκολα το ξεπεράσαμε.

Ένα χρόνο αργότερα ήμουν πάλι έγκυος! Ήμουν χαρούμενη, αλλά κα πολύ φοβισμένη. Μετά από όλα αυτά που είχαμε περάσει, είχα πιστέψει πως δε θα τα καταφέρουμε. Ήμουν πολύ συγκρατημένη και έψαχνα απεγνωσμένα κάποιον, κάτι ... να με εμψυχώσει, κάποιον να μου πει ότι μπορώ να τα καταφέρω και να μου δώσει αγάπη ανιδιοτελή! Βρέθηκα μπροστά στον υπολογιστή και έγραψα «θέλω μια αγκαλιά»!!!! Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου ο Σύλλογος «Η Αγκαλιά». Χωρίς δεύτερη σκέψη σήκωσα το τηλέφωνο για να δω τι είναι και πως μπορούσαν να με βοηθήσουν. Την επόμενη κιόλας ημέρα βρέθηκα στα Γραφεία της Αγκαλιάς.  

Με αγκάλιασαν από το πρώτο κιόλας λεπτό! Μπήκα μέσα κλαίγοντας σαν ένα μικρό και απροστάτευτο παιδάκι, που θα φέρει ένα άλλο παιδί στο κόσμο γεμάτη αβεβαιότητα και φοβίες. 18 μήνες μετά την γέννηση της κόρης μου, με την συνεργασία της Κοινωνικής λειτουργού και της ψυχολόγου, μπαίνω σαν μια δυνατή γυναίκα και μητέρα υπερήφανη με το παιδάκι μου.

Το παιδί μου μεγαλώνει πλούσιο από αγάπη και από αγαθά που μας προσέφερε και συνεχίζει να μας προσφέρει αυτός ο Σύλλογος. Είμαι ευγνώμων που βρίσκονται στην ζωή μου και θέλω να μείνουν για πάντα κοντά μου σαν δεύτερη οικογένεια μου!


Πηγή: Κοινωνική Υπηρεσία

*Η ιστορία είναι πραγματική, αλλάζουν όμως τα ονόματα και κάποια άλλα στοιχεία, ώστε να αποφευχθεί η ταυτοποίηση.