*Γράφει η Εθελόντρια της Αγκαλιάς

Ευαγγελία Στ.Τύραλη

Δικηγόρος, MSc Δημόσια Διοίκηση

DPO and GDPR Specialist

Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης [1], ο όρος «ενδοοικογενειακή βία» σημαίνει όλες τις πράξεις φυσικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας οι οποίες συμβαίνουν εντός της οικογένειας ή οικογενειακής μονάδας ή μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, ανεξάρτητα ή όχι του κατά πόσο ο δράστης μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια κατοικία με το θύμα».

Πρόκειται για έναν ορισμό που περιλαμβάνει όχι μόνο τη σωματική βία, την οποία συνήθως η κοινή γνώμη ταυτίζει με την ενδοοικογενειακή βία, αλλά κάθε μορφή βίας, τόσο μεταξύ ενηλίκων όσο και από ενήλικες προς ανηλίκους.

Στη χώρα μας, πρώτη στοχευμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ενδοοικογενειακής βίας, πέραν των άρθρων του Ποινικού Κώδικα, έγινε με τον Ν.3500/2006 [2] «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, ως ενδοοικογενειακή βία νοείται η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6 (ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη), 7 (ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή), 8 (βιασμός και κατάχρηση σε ασέλγεια) και 9 (ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας) του ίδιου νόμου, καθώς και με τα άρθρα 299 (ανθρωποκτονία από πρόθεση) και 311 (θανατηφόρα σωματική βλάβη) του Π.Κ. προ της τροποποίησής του. Για τις λοιπές πράξεις, ήσσονος βαρύτητας (όπως οι πολύ ελαφρές σωματικές βλάβες), ισχύουν οι κοινές διατάξεις.

Ως οικογένεια ή κοινότητα νοείται στον ως άνω νόμο: α) το σχήμα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξαγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, β)οι συγγενείς εξ αίματος ή εξαγχιστείας μέχρι τέταρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, εφόσον συνοικούν, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια και γ)ο/η μόνιμος/η σύντροφος και τα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, όπως και οι τέως σύντροφοι.

ΑΡΘΡΟ 312 Π.Κ.

Πέραν του Ν.3500/2006, σημαντικά βήματα προς την αντιμετώπιση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας έγιναν με τον νέο Ποινικό Κώδικα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2019 και κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019, ειδικότερα δε με το άρθρο 312, το οποίο έχει ως εξής:

1. Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ήβλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικήςκατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α΄, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β)για την πράξη του άρθρου 309, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ)για την πράξη του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. α΄, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ)για την πράξη του άρθρου 311, με κάθειρξη.

2. Οι ίδιες ποινές επιβάλλονται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Η τέλεση της πράξης σε βάρος εγκύου συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.

3. Με την πρόκληση σωματικής βλάβης σε βάρος ανηλίκου κατά την παράγραφο 1 στοιχείο α΄ εξομοιώνεται και η τέλεση των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων ενώπιον ανηλίκου.

4. Με την πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την παράγραφο 1 στοιχείο γ΄ εξομοιώνεται και η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση σε βάρος των προσώπων της πρώτης παραγράφου.

Η πρώτη αλλαγή σε σχέση με τον προγενέστερο Ποινικό Κώδικα εντοπίζεται ήδη από τον τίτλο του άρθρου. Η νέα διάταξη, τιτλοφορείται «Σωματική βλάβη αδύναμων ατόμων», καταλαμβάνοντας όλες τις πράξεις σωματικής βλάβης που στρέφονται κατά αδύναμων ατόμων, εφόσον αυτά ευρίσκονται στις σχέσεις που προβλέπονται εκ του νόμου. Αντίθετα, το προηγούμενο αντίστοιχο άρθρο 312 «Πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά», απαιτούσε ακριβώς αυτό που προβλέπεται στον τίτλο του, ήτοι συνεχή σκληρή συμπεριφορά του δράστη και απόδειξη της αδύναμης θέσης των προσώπων που την υφίσταντο. Αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και στον Ν.3500/2006, άρθρο 6 παρ. 1 («με συνεχή συμπεριφορά...»).

Επιπλέον, κατά το νέο άρθρο 312 Π.Κ., τα πρόσωπα της παραγράφου 1 μπορεί να είναι στην επιμέλεια ή προστασία του δράστη με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (1510, 1518, 1532, 1589, 1655, 1666 – γονική μέριμνα ή επιμέλεια), με βάση δικαστική απόφαση ή πραγματική κατάσταση. Αν και η επιμέλεια προϋποθέτει μονιμότερη εξάρτηση μεταξύ θύματος και δράστη, η προστασία είναι μία πραγματική σχέση με συνήθως συντομότερη διάρκεια και τοπική εγγύτητα.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου ορίζονται οι ποινές όταν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου στρέφονται σε βάρος του/της συζύγου/συντρόφου κατά τη διάρκεια του γάμου/συμβίωσης, ενώ επιβαρυντική περίπτωση συνιστά η τέλεση της πράξης σε βάρος εγκυμονούσας. Παράλληλα, στην παράγραφο 3 προβλέπεται πως η ενώπιον ανηλίκου τέλεση άδικης πράξης εξομοιώνεται με την εις βάρος ανηλίκου πρόκληση σωματικής βλάβης.

Σύμφωναμε τις «Σημειώσεις για τον Νέο Ποινικό Κώδικα», του Προέδρου Πρωτοδικών Χ.Σεβαστίδη [1], όπως και σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του νέου Π.Κ., οι νέες διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 312 ΠΚ καλύπτουν ορισμένες μορφές εμφάνισης της ενδοοικογενειακής βίας, συνεπώς το νέο άρθρο 312 ΠΚ θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υπερισχύει των διατάξεων του Ν. 3500/2006. Ο τελευταίος εφαρμόζεται μόνο για όσες περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας δεν καλύπτονται από το άρθρο 312 ΠΚ ή για όσες συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται στο άρθρο αυτό, όπως π.χ. η σεξουαλική κακοποίηση. Επομένως η νέα διάταξη, δεν καταργεί τον προγενέστερο νόμο, αλλά υπερισχύει ως ειδικότερη, έναντι αυτού.

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Το θύμα ενδοοικογενειακής βίας καλύπτεται από την προβλεπόμενη δικονομική διαδικασία του Ν. 3500/2006 (άρθρο 17 παρ.1). Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και δεν χρειάζεται έγκληση, ενώ εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία. Βάσει του νέου Κ.Π.Δ. (άρθρο 42) δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκηση μήνυσης.

Οδηγίες έχει εκδώσει βάσει του Ν. 3500/2006 και η Ελληνική Αστυνομία [1]. Σύμφωνα με αυτές, ο αστυνομικός που επιλαμβάνεται στο πλαίσιο προανάκρισης επέχει υποχρέωση εχεμύθειας [2] και απαγορεύεται να ανακοινώνει με οποιονδήποτε τρόπο στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση του θύματος, ήτοι, ονοματεπώνυμο του ίδιου ή/ και του κατηγορούμενου, τη διεύθυνση κατοικίας τους, κλπ. Οι αστυνομικές αρχές οφείλουν να ενημερώνουν το θύμα για τη δυνατότητα παροχής αρωγής αλλά και τους αρμόδιους για την παροχή αυτής φορείς (υποστηρικτικές και κοινωνικές υπηρεσίες) σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.3500/2006.

Πέραν των ποινικών διατάξεων, το άρθρο 15 προβλέπει την περίπτωση της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης με ασφαλιστικά μέτρα, ενώ στο άρθρο 18 ρυθμίζονται τα σχετικά με τους περιοριστικούς όρους. Σύμφωνα με το άρθρο 735 Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά τον Ν.3500/2006, "Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να διατάσσεται ιδίως η απομάκρυνση του καθ' ού από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του αιτούντος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας."

Τέλος στο άρθρο 22 του Ν. 3500/2006 προβλέπεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων με μόνη την απόδειξη του περιστατικού βίας, αν αδυνατούν να καταβάλουν, έστω και προσωρινά (π.χ. εφόσον το θύμα εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία χωρίς να μπορέσει να πάρει μαζί του χρήματα, σχετικά έγγραφα, κλπ), τις απαιτούμενες δικαστικές δαπάνες.

[1] Πρόκειται για τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2011, τέθηκε σε ισχύ το 2014 και υπεγράφη από την Ε.Ε. το 2017. Είναι το πρώτο διεθνές νομικά δεσμευτικό κείμενο του είδους του. (https://www.europarl.europa.eu )

[2] Όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 4531/2018 και ισχύει.

[5] Η παράβαση της υποχρέωσης αποτελεί πλημμέλημα με απειλούμενη ποινή φυλάκιση μέχρι δυο ετών (αρ.20 § 2 Ν.3500/2006).