Η εγκυμοσύνη αποτελεί μία περίοδο ορόσημο για κάθε γυναίκα. Οι δραστηριότητες της εγκύου μεταβάλλονται σημαντικά με σκοπό να επιτευχθεί η βέλτιστη έκβαση της εγκυμοσύνης. Για τον ίδιο σκοπό, η άσκηση και γενικότερα οι κινητικές δραστηριότητες της εγκύου πρέπει να περιορίζονται ή να τροποποιούνται με εξατομικευμένο τρόπο ιδιαίτερα μάλιστα αν εμφανιστούν μυοσκελετικοί πόνοι (στην οσφύ, στον αυχένα, στη λεκάνη), ακράτεια κ.α. Η φυσικοθεραπεία, λοιπόν, μέσω ενός εξατομικευμένου προγράμματος και συμβούλων μπορεί να συμβάλει θετικά στην πρόληψη, καθώς και στην άρση ή στη μείωση αυτών των συμπτωμάτων. Βέβαια, απαραίτητες προϋποθέσεις για τη φυσιοθεραπευτική παρέμβαση είναι η έγκριση του γυναικολόγου της εγκύου και η πλήρης ενημέρωση του για το φυσιοθεραπευτικό πρόγραμμα που θα εκτελεστεί.

Το πλάνο της φυσιοθεραπευτικής παρέμβασης εξατομικεύεται στην έγκυο λαμβάνοντας υπόψη τη φυσιοθεραπευτική αξιολόγηση, το ιατρικό ιστορικό καθώς τις συμβουλές του γυναικολόγου. Τα τρία κύρια σημεία στα οποία εστιάζεται η φυσικοθεραπεία είναι: μυοσκελετικά προβλήματα, αναπνευστικό πρότυπο, ασκήσεις πυελικού εδάφους.

Είναι συχνό φαινόμενο η έγκυος να εμφανίζει πόνο στην περιοχή του αυχένα, της μέσης, της λεκάνης, των ισχίων, των γονάτων και των ποδοκνημικών αρθρώσεων. Υπάρχουν διάφορα αίτια που μπορεί να συντρέχουν για την εμφάνιση του συμπτώματος του πόνου. Οι μυοσκελετικές και ορμονικές μεταβολές, καθώς και η αύξηση βάρους αλλάζουν τη στάση του σώματος και οδηγούν συχνά στην εκδήλωση πόνου στις περιοχές που αναφέρθηκαν. Η φυσιοθεραπευτική παρέμβαση εστιάζει στη διόρθωση  του προτύπου στάσης, βάδισης και εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων και μπορεί να περιλαμβάνει: κάποια φυσικά μέσα, μάλαξη, ήπιες τεχνικές κινητοποίησης, διατάσεις, εξατομικευμένο πρόγραμμα ασκήσεων, πρόταση για περπάτημα, κολύμβηση.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο εστιάζεται η φυσικοθεραπεία είναι το αναπνευστικό πρότυπο της εγκύου. Οι γυναίκες συχνά δεν αναπνέουν με τον βέλτιστο τρόπο, γνωστός  ως διαφραγματική αναπνοή, αν και πιο σωστά θα τον ονομάζαμε ορθό συνδυασμό ανώτερης και κατώτερης θωρακικής αναπνοής. Η φυσιοθεραπευτική παρέμβαση δίνει μεγάλη έμφαση στην εκμάθηση του ορθού αναπνευστικού προτύπου, καθώς είναι ο πιο οικονομικός, ξεκούραστος τρόπος αναπνοής και μάλιστα το πρότυπο αυτό εφαρμόζεται με ειδικό τρόπο κατά τη διάρκεια των ωδινών και εξώθησης, ενώ παράλληλα αν εφαρμοστεί με συγκεκριμένο τρόπο συμβάλει και στη χαλάρωση. Το αναπνευστικό πρότυπο του κάθε ατόμου είναι ένα είδος συμπεριφοράς, κατά συνέπεια αν η έγκυος αναπνέει με εσφαλμένο πρότυπο απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και αρκετό χρόνο κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ημέρας για να επιτευχθεί η εκμάθηση και υιοθέτηση του ορθού αναπνευστικού προτύπου.

Το τρίτο κύριο σημείο στο οποίο εστιάζει η φυσικοθεραπεία είναι οι ασκήσεις πυελικού εδάφους (Κegel exercises). Κατά τη διάρκεια αυτών των ασκήσεων ενεργοποιούνται κάποιοι μυς του πυελικού εδάφους, οι μυς αυτοί υποστηρίζουν την ουροδόχο κύστη, τη μήτρα, το έντερο, ενώ παίζουν σημαντικό ρόλο στην εγκράτεια ούρων και εντέρου. Οι ασκήσεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετέπειτα με σκοπό την πρόληψη ή αντιμετώπιση του συμπτώματος της ακράτειας, απώλειας ούρων που μπορεί να εμφανίζεται με το γέλιο, τον βήχα, το φτέρνισμα κτλ. Επίσης, αυτές οι ασκήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο και κατά τη διάρκεια του τοκετού, καθώς βελτιώνουν την ικανότητα ελέγχου των μυών κατά τον τοκετό. Ο φυσικοθεραπευτής βοηθά την έγκυο να αντιληφθεί πως να ενεργοποιεί τους μυς αυτούς και στη συνέχεια δημιουργεί ένα πρόγραμμα ασκήσεων που εκτελείται σε διαφορές θέσεις, και μάλιστα ο χρόνος σύσπασης των μυών, ο αριθμός των επαναλήψεων και των σετ σταδιακά αυξάνονται.

Κάποια σημαντικά σημεία που αξίζει να τονισθούν είναι τα ακόλουθα: Οι ασκήσεις ενός εξατομικευμένου φυσιοθεραπευτικού προγράμματος μπορούν να συμβάλουν θετικά στην έκβαση της εγκυμοσύνης μόνο αν εκτελούνται ορθά. Κατά συνέπεια η έγκυος πρέπει να αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο εκτέλεσής τους, ειδικά αν κάποιες ασκήσεις τις εκτελεί και μόνη της, διότι αν δεν εκτελεστούν σωστά μπορεί να οδηγήσουν σε μη επιθυμητά αποτελέσματα. Επίσης, το πρόγραμμα ασκήσεων είναι θεμιτό να αρχίζει μετά τον τρίτο μήνα εγκυμοσύνης, ώστε να έχουν υποχωρήσει οι αρχικές ενοχλήσεις (π.χ. ζαλάδες, ναυτία, εμετοί) και να αποφευχθούν πιθανές επιπλοκές. Τέλος, η φυσικοθεραπεία κυρίως μέσω της άσκησης μπορεί να επιδράσει θετικά και στην ψυχολογία της εγκύου η οποία έχει μεγάλη σημασία για την έκβαση της εγκυμοσύνης.


*Αθανάσιος Π. Δαβερώνας, Φυσικοθεραπευτής