Η εγκυμοσύνη είναι μια απολύτως φυσιολογική κατάσταση. Στη διάρκειά της συμβαίνουν πολύ γρήγορες αλλαγές στο σώμα της εγκύου, καθώς ένας οργανισμός που αποτελείται από ένα κύτταρο εξελίσσεται σε έναν πλήρη ανθρώπινο οργανισμό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 39-41 εβδομάδες, ξεκινώντας από την πρώτη μέρα της τελευταίας περιόδου.

Η διατροφή της γυναίκας είναι πολύ σημαντική, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά και πριν από αυτήν. Η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους της γυναίκας πριν την εγκυμοσύνη (ΔΜΣ=20-25 kg/m2, με ΔΜΣ=Βάρος/Ύψος2) αποτελεί παράγοντα καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη ενός υγιούς πλακούντα και για την επιβίωση του εμβρύου. Παράλληλα, μια ισορροπημένη διατροφή, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, είναι εξίσου σημαντική και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το αναπτυσσόμενο έμβρυο προσλαμβάνει όλα τα θρεπτικά συστατικά μέσω του πλακούντα. Συνεπώς, οι διαιτητικές προσλήψεις θα πρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες της μητέρας, δίνοντάς της τη δυνατότητα να αποκτήσει αποθέματα θρεπτικών συστατικών για την ανάπτυξη του εμβρύου και για το θηλασμό.

Έχει καταρριφθεί πλέον ο μύθος πως οι έγκυες γυναίκες πρέπει να τρώνε «για δύο». Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι διαιτητικές συστάσεις για τις έγκυες είναι ίδιες με αυτές των μη εγκύων. Αναλυτικότερα, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης υπάρχουν αυξημένες ανάγκες για ενέργεια, πρωτεϊνη και αρκετά ιχνοστοιχεία (βιταμίνη Β1, Β2, Α, C, D) και φυλλικού οξέος.

Για τις ενεργειακές απαιτήσεις, συστήνεται η πρόσληψη 300 περίπου θερμίδων επιπλέον τη μέρα κατά το 2ο τρίμηνο και 300-500 θερμίδων επιπλέον τη μέρα κατά το 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Η ενδεδειγμένη αύξηση του βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι καθοριστική για τη φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου. Στον παρακάτω πίνακα, παρουσιάζεται η συνιστώμενη αύξηση βάρους των εγκύων με βάση το βάρος που είχαν προ εγκυμοσύνης:


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΑΡΟΥΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΥΞΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ (ΚΙΛΑ)

Ελλειποβαρής (ΔΜΣ<18,5 Kg/m2)

12,5-18

Φυσιολογικού βάρους (18,5≤ΔΜΣ≤24,9 Kg/m2)

11,5-16

Υπέρβαρη (25≤ΔΜΣ≤29,9 Kg/m2)

7-11,5

Παχύσαρακη (ΔΜΣ≥30 Kg/m2)

6,8 τουλάχιστον

 

Μια γυναίκα εκτός εγκυμοσύνης συστήνεται να καταναλώνει 50γρ. πρωτεϊνών ημερησίως, ενώ όταν μείνει έγκυος πρέπει να προσλαμβάνει 10 γρ.πρωτεϊνών επιπλέον την ημέρα, αρχίζοντας από τον 2ο μήνα. Αναφορικάμε τα λιπίδια, δε συνίσταται η αύξηση της κατανάλωσης λιπαρών τροφών. Ωστόσο απαιτείται επαρκής πρόσληψη των απαραίτητων λιπαρών οξέων, κάτι που επιτυγχάνεται με κατανάλωση ψαριών και θαλασσινών. Ακόμη, η δίαιτά της θα πρέπει να παρέχει τουλάχιστον 100 γρ. υδατανθράκων ημερησίως, μέσω ποικιλίας τροφίμων (ψωμί, δημητριακά, ζυμαρικά, ρύζι, φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα). Αξίζει να σημειωθεί πως η έγκυος δεν πρέπει να παραμένει νηστική για περισσότερες από 6-8  ώρες.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης υπάρχουν αυξημένες ανάγκες φυλλικού οξέος. Πλούσιες πηγές φυλλικού οξέος είναι ο χυμός πορτοκαλιού, τα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα όσπρια και οι φράουλες. Μέσω τηςκατανάλωσης άφθονων φρούτων και λαχανικών η έγκυος μπορεί να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες σε φυλλικό οξύ. Διαφορετικά, συστήνεται η χορήγηση συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος των 300 μg. Επιπλέον, συμπληρώματα βιταμίνης C ενδεχομένως χρειάζονται γυναίκες με πολλαπλά έμβρυα καθώς και όσες έγκυες καταναλώνουν οινόπνευμα ή καπνίζουν. Η πρόσληψη ασβεστίου δε χρειάζεται να αυξηθεί στην εγκυμοσύνη εκτός από ορισμένες περιπτώσεις όπως σε έφηβες έγκυες. Επίσης, δεν υπάρχει ανάγκη συμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης Α ούτε ασβεστίου, εφόσον η έγκυος τρέφεται σωστά.Αντιθέτως, απαιτείται συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου των 30 mg ημερησίως και κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε σίδηρο όπως κόκκινο κρέας, συκώτι, πουλερικά, αυγά και ψάρια. Μάλιστα η απορρόφηση του σιδήρου αυξάνεται αν παράλληλα καταναλώνονται τρόφιμα πλούσια σε βιταμίνη C. (εσπεριδοειδή, άλλα φρούτα και λαχανικά).

Η υψηλή πρόσληψη αλκοόλ μπορεί να γίνει καταστροφική για το έμβρυο. Σύμφωνα με τις συστάσεις, οι γυναίκες στην περίοδο της εγκυμοσύνης καλό είναι να απέχουν πλήρως από το αλκοόλ.

Επίσης, οι έγκυες χρειάζεται να περιορίσουν την πρόσληψη καφεΐνης,στα 300 mg περίπου δεδομένου ότι οι υψηλές προσλήψεις καφεΐνης αυξάνουν τον κίνδυνο γέννησης ελειποβαρών βρεφών ή αποβολής.

Συμπερασματικά, η ισορροπημένη διατροφή της γυναίκας αποτελεί παράγοντα καθοριστικής σημασίας για τη δυνατότητα σύλληψης αρχικά και για την επιτυχή έκβαση της εγκυμοσύνης μετέπειτα, προάγοντας τη φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου και  προστατεύοντας παράλληλα την έγκυο από ποικίλες επιπλοκές αλλά και από διατροφικές ανεπάρκειες που μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκειά αυτής.

*Γράφει η Μαρίνα Μορφιάδου